ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ENGLISH
DEUTSCH
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ
ΙΑΠΩΝΙΑ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ



"Η μύτη" του Ακουταγκάουα Ριόνοσουκε
(Akutagawa Ryonosuke, 芥川龍之介)

Μετάφραση: Χρυσούλα Τζεμανάκη

Δεν υπήρχε άνθρωπος στην περιοχή που να μην είχε ακούσει για τη μύτη του μοναχού Ζέντσι. Άγγιζε τους 18 πόντους και κρεμόταν από το άνω χείλος του έως κάτω από το πηγούνι του. Είχε το ίδιο πάχος από τη βάση μέχρι την άκρη και θα 'λεγε κανείς ότι θυμίζει ένα λουκάνικο-εκκρεμές στο κέντρο του προσώπου του.

Ο Ζέντσι είχε πατήσει τα 50 έτη, αλλά η μύτη του εξακολουθούσε να τον στεναχωρεί από τότε που ξεκίνησε το μοναχισμό έως και σήμερα που κατάφερε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο αυτοκρατορικό παλάτι. Αυτό φυσικά δεν το έδειχνε, αλλά συνεχώς προσποιούταν πως δεν τον ενδιέφερε και τόσο. Ένας μοναχός θα έπρεπε να προετοιμάζεται με ζήλο για τον μεταθανάτιο παράδεισο και όχι να ανησυχεί για τη μύτη του. Προπάντων όμως δεν ήθελε με τίποτα οι άνθρωποι να υποπτευθούν ότι τον απασχολούσε η μύτη του. Όποτε μάλιστα κάποιος ανέφερε τη λέξη "μύτη", έτρεμε από φόβο.

Δύο ήταν οι λόγοι της δυσκολίας του. Από τη μια, το μήκος της μύτης του δυσχέραινε την καθημερινότητά του. Καταρχάς δεν μπορούσε να φάει μόνος του. Όποτε προσπαθούσε να φάει χωρίς βοήθεια, η άκρη της μύτης έμπαινε μέσα στο φαγητό. Έτσι σε κάθε γεύμα ζητούσε από έναν δόκιμο μοναχό βοήθεια. Αυτός καθόταν απέναντί του και του ανασήκωνε τη μύτη με δύο ραβδιά που είχαν πάχος 3 πόντους και μήκος 60 πόντους. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ήταν διόλου εύκολο ούτε για τον δόκιμο ούτε και για τον ίδιο τον Ζέντσι. Μια φορά ήρθε να βοηθήσει ένας άλλος νεαρός που διακονούσε στο ναό. Αυτός όμως φταρνίστηκε και έριξε κατά λάθος τη μύτη μέσα στη σούπα. Το γεγονός αυτό σύντομα μαθεύτηκε έως και τη διπλανή πόλη. Αυτό δεν ήταν όμως ο κύριος λόγος της στεναχώριας του Ζέντσι. Στην πραγματικότητα, εξαιτίας αυτής της μύτης είχε πληγωθεί η υπερηφάνεια του.

Οι άνθρωποι της περιοχής έλεγαν ότι ο Ζέντσι με τη μύτη που έχει θα ευτυχούσε ως μοναχός. Δεν πίστευαν ότι θα βρισκόταν γυναίκα που θα ήθελε να τον παντρευτεί. Κάποιοι μάλιστα τον κατέκριναν λέγοντας ότι έγινε μοναχός λόγω της μύτης του. Ο Ζέντσι όμως δεν σκέφτηκε ποτέ ότι με το να γίνει μοναχός θα υπέφερε έστω και λιγότερο. Η αυτοεκτίμησή του ήταν τόσο πληγωμένη που δεν τον απασχολούσε τόσο το θέμα της παντρειάς. Έτσι, ο Ζέντσι προσπαθούσε να αποκαταστήσει την πληγωμένη υπερηφάνεια του, όπως μπορούσε.

Αρχικά σκέφτηκε ότι θα υπάρχει τρόπος να κάνει τη μύτη του να φαίνεται μικρότερη απ' ό,τι πραγματικά ήταν. Έτσι λοιπόν, όταν δεν ήταν κανείς μπροστά, εξέταζε το πρόσωπό του στον καθρέπτη από διάφορες οπτικές γωνίες και προσπαθούσε όπως-όπως να βρει μια στάση που θα έδειχνε τη μύτη του μικρότερη. Δεν κατάφερνε όμως και πολλά προσπαθώντας να αλλάξει τη θέση του κεφαλιού του. Δοκίμασε λοιπόν τρόπους να στηρίζει το πηγούνι στην παλάμη και να τοποθετεί το δάκτυλό πάνω στο πηγούνι, ενώ συνέχιζε να κοιτάζεται ακούραστα στον καθρέπτη. Δεν έμεινε όμως ευχαριστημένος ούτε μία φορά, καθώς η μύτη δεν του φαινόταν καθόλου μικρότερη. Ώρες ώρες ένοιωθε ότι όσο περισσότερο αγωνιούσε τόσο περισσότερο μάκραινε. Απογοητευμένος, φύλαγε με έναν αναστεναγμό τον καθρέφτη στο κουτί και επέστρεφε με απροθυμία στα μοναχικά καθήκοντα και την προσευχή του.

Άλλες φορές, ο Ζέντσι ασχολούταν ακατάπαυστα με τις μύτες των άλλων. Καθώς διοργανώνονταν συχνά συνάξεις και ομιλίες, ο ναός γέμιζε ασφυκτικά με κόσμο και οι ιερείς ασχολούνταν καθημερινά με την προετοιμασία των λουτρών. Πάμπολλοι κληρικοί και μοναχοί πηγαινοέρχονταν στους χώρους του ναού. Ο Ζέντσι παρακολουθούσε ακούραστα τα πρόσωπα των ανθρώπων. Ήθελε απεγνωσμένα να βρει έστω κι έναν άνθρωπο που να έχει μύτη σαν τη δική του, ώστε να νοιώσει ανακουφισμένος. Διόλου δεν ενδιαφερόταν για τα πολυτελή κιμονό τους και τα εντυπωσιακά καπέλα τους. Τους ίδιους τους ανθρώπους ούτε να τους κοιτάξει. Μόνο τη μύτη τους έβλεπε. Βρήκε ανθρώπους με κυρτές και γαμψές μύτες, αλλά κανέναν με μύτη σαν τη δική του. Το ίδιο γινόταν κάθε φορά και ο Ζέντσι αισθανόταν ολοένα και πιο άσχημα. Καθώς καμιά φορά μιλούσε με τους ανθρώπους, ακουμπούσε άθελα την άκρη της τεράστιας μύτης του και γινόταν κατακόκκινος παρά την ηλικία του. Τόσο άσχημα αισθανόταν.

Τέλος, προσπάθησε ακόμη και στις γραφές να βρει κάποιον με παρόμοια μύτη, ώστε να παρηγορηθεί. Πουθενά όμως δεν διάβασε για κάποιο διδάσκαλο με μεγάλη μύτη. Ακόμη και οι Θεοί που ήξερε είχαν κανονική μύτη. Κάποτε διάβασε για έναν βασιλιά της Κίνας με μακρύ αυτί. Πόσο θα ήθελε να ήταν η μύτη του κι όχι το αυτί του μακρύ!

Απ' τη μια αγωνιούσε αβοήθητος, από την άλλη προσπαθούσε πιο ενεργά να αλλάξει τη μύτη του. Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του. Δοκίμασε να πει αφέψημα άγριας νεροκολοκύθας. Έτριψε τη μύτη του με ούρα ποντικού. Αλλά μάταια. Η μύτη εξακολουθούσε να κρέμεται πάνω από το άνω χείλος του όπως και πριν, 18 πόντους σε μήκος.

Μια φθινοπωρινή όμως ημέρα, ένας δόκιμος μοναχός πήγε στην πρωτεύουσα για μια δουλειά και έμαθε από έναν γνωστό γιατρό του πώς να κονταίνει μύτες. Ο γιατρός αυτός προερχόταν αρχικά από την Κίνα και τώρα ήταν μοναχός σε ιαπωνικό ναό.

Ο Ζέντσι όμως, ως συνήθως, προσποιήθηκε πως δεν τον ένοιαζε η μύτη του και δεν υποσχέθηκε πως θα δοκιμάσει την μέθοδο αυτή. Από την άλλη, σε κάθε γεύμα δεν ξεχνούσε να λέει στον δόκιμο, αδιάφορα τάχα μου, πόσο λυπάται για την ταλαιπωρία που του κάνει σε κάθε γεύμα. Στην πραγματικότητα φυσικά περίμενε τον δόκιμο να τον πείσει να δοκιμάσει αυτήν την μέθοδο. Ήταν σίγουρος ότι ο δόκιμος θα καταλάβαινε το κόλπο του. Ο δόκιμος πράγματι το κατάλαβε και αντί για αντιπάθεια προς τον Ζέντσι, αισθάνθηκε ακόμη μεγαλύτερο οίκτο που ο μοναχός αναγκάστηκε να καταφύγει σε αυτό το τέχνασμα. Ο δόκιμος λοιπόν, προς χαρά του Ζέντσι, έβαλε τα δυνατά του να τον πείσει να δοκιμάσει την μέθοδο αυτή. Όπως ήταν λοιπόν αναμενόμενο, ο Ζέντσι αποφάσισε τελικά να ακολουθήσει τις έντονες προτροπές του δόκιμου.

Αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν εξαιρετικά απλό• έπρεπε να περιχύσουν στη μύτη βραστό νερό και να βάλουν κάποιον να την ποδοπατήσει.

Στα λουτρά του ναού υπήρχε καθημερινά βραστό νερό. Αμέσως ο δόκιμος πήγε στα λουτρά και γύρισε κρατώντας έναν κουβά με νερό τόσο καυτό που ούτε το δάκτυλο δεν μπορούσες να βάλεις μέσα. Ο ατμός που άχνιζε από τον κουβά υπήρχε φόβος να κάψει το πρόσωπό του Ζέντσι, εάν έβαζε τη μύτη του κατευθείαν μέσα στο νερό. Γι' αυτό, αποφάσισαν να ανοίξουν τρύπα σε ένα δίσκο και να ταπώσουν με τον δίσκο αυτό τον κουβά, ώστε να μπορεί ο Ζέντσι να περνά τη μύτη του μέσα από την τρύπα στο καυτό νερό. Καθώς βουτούσε μόνο τη μύτη του στο νερό, δεν καιγόταν καθόλου. Μετά από λίγο ο δόκιμος μοναχός είπε:

--Νομίζω ότι τώρα θα 'χει βράσει.

Ο Ζέντσι μειδίασε. Ακόμη κι αν κάποιος άκουγε τα λόγια του δόκιμου, μάλλον δεν θα καταλάβαινε ότι επρόκειτο για τη μύτη του. Ο Ζέντσι αισθανόταν μεγάλη φαγούρα στη βρασμένη μύτη. Σαν να τον είχαν δαγκώσει ψύλλοι...

Αφού έβγαλε τη μύτη του από την τρύπα και ενώ άχνιζε ακόμη, ο δόκιμος άρχισε να την ποδοπατά δυνατά και με τα δύο πόδια του. Ο Ζέντσι, ξαπλωμένος καθώς ήταν με την μύτη απλωμένη στα ξύλινα δοκάρια, έβλεπε τον δόκιμο να χοροπηδά πάνω της. Ο δόκιμος γυρνούσε που και που να κοιτάξει με λυπημένο ύφος το γυμνό κεφάλι του Ζέντσι και ρωτούσε:

-- Πονάτε πολύ γέροντα; Ο γιατρός είπε να την πατήσουμε με δύναμη. Είστε καλά;

Ο Ζέντσι ήθελε να κουνήσει το κεφάλι του για να δείξει ότι δεν πονά. Καθώς όμως του ποδοπατούσαν τη μύτη, δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε το κεφάλι του. Έστρεψε λοιπόν το βλέμμα προς τα πάνω και καθώς έβλεπε τα σκασμένα πόδια του δόκιμου απάντησε με θυμωμένη φωνή

-- Δεν πονάω!

Η αλήθεια ήταν ότι δεν πονούσε τόσο, αλλά πιο πολύ ένοιωθε άσχημα που του πατούσαν το τμήμα της μύτης που τον φαγούριζε.

Μετά από αρκετό πάτημα, άρχιζαν να πετιούνται σπυράκια στη μύτη. Η μύτη είχε πάρει τη θωριά ενός ξεπουπουλιασμένου μικρού πτηνού που το είχαν ξεροψήσει ολόκληρο. Μόλις ο δόκιμος είδε τη μύτη, σταμάτησε το ποδοπάτημα και άρχισε να μονολογεί.

-- Ο γιατρός είπε να τα βγάλουμε με τσιμπιδάκι.

Ο Ζέντσι σούφρωσε το πρόσωπό με δυσαρέσκεια, αλλά σώπασε και άφησε τον δόκιμο να κάνει αυτό που έπρεπε. Δεν ήταν πως δεν εκτιμούσε την καλοσύνη του. Την εκτιμούσε. Όμως αισθανόταν άβολα που μεταχειρίζονταν την μύτη του ωσάν αντικείμενο. Ο Ζέντσι τον κοιτούσε όπως ο ασθενής που πρόκειται να χειρουργηθεί από αναξιόπιστο γιατρό. Απρόθυμα λοιπόν έβλεπε τον μοναχό να αφαιρεί το λίπος με ένα τσιμπιδάκι από τους πόρους της μύτης του. Το λίπος της μύτης θύμιζε τον μίσχο ενός πούπουλου και είχε μήκος ενάμιση πόντο.
Όταν ο δόκιμος σχεδόν τελείωσε, αναστέναξε με ανακούφιση και είπε:

-- Καλό θα ήταν να την βράζαμε άλλη μία φορά.

Ο Ζέντσι δυσανασχέτησε και πάλι αλλά έκανε ότι του έλεγε ο δόκιμος.

Πράγματι, αφού την έβγαλαν για δεύτερη φορά από το βραστό νερό, είχε κοντύνει αρκετά. Δεν διέφερε μάλιστα και πολύ από τις κανονικές κυρτές μύτες. Καθώς ακουμπούσε την ολοκαίνουργια μύτη του, προσπάθησε δειλά δειλά να την δει και μέσα στον καθρέφτη που έβγαλε ο δόκιμος.

Η μύτη που κρεμόταν κάτω από το πηγούνι είχε ως εκ θαύματος συρρικνωθεί και άγγιζε μόλις και μετά βίας το άνω χείλος. Που και που έβλεπες εξανθήματα μάλλον λόγω του ποδοπατήματος. Τώρα κανείς δεν θα γελά με τη μύτη του. --Το πρόσωπο του Ζέντσι μέσα στον καθρέφτη κοίταξε το πρόσωπο έξω από τον καθρέπτη και του έκλεισε το μάτι με ικανοποίηση.

Την ίδια μέρα όμως τον έπιασε φόβος ότι ίσως κάποτε η μύτη του ξαναμακρύνει. Με αυτόν τον φόβο, ο Ζέντσι δεν ξεχνούσε να ακουμπά τη μύτη του, όταν έψελνε, όταν έτρωγε και όταν τέλος πάντων είχε τα χέρια του ελεύθερα. Η μύτη όμως παρέμενε αμετάβλητη και δεν φαινόταν να προχωρά πιο κάτω από το άνω χείλος. Το βράδυ κοιμήθηκε και με το που ξύπνησε νωρίς την επόμενη μέρα, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να χαϊδέψει τη μύτη του. Η μύτη του παρέμενε κοντή. Τέτοια ανακούφιση είχε να αισθανθεί χρόνια! Το ίδιο συναίσθημα είχε αισθανθεί πριν από πολλά χρόνια, όταν αντέγραφε τη βουδιστική διδασκαλία.

Σε δύο-τρεις ημέρες όμως τον περίμενε μια έκπληξη. Μια μέρα επισκέφτηκε το ναό ένας Σαμουράι. Το πρόσωπό του ανθρώπου αυτού φαινόταν σαστισμένο πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Μετά βίας μιλούσε και είχε καρφώσει τα μάτια του στη μύτη του Ζέντσι, σαν να κρατιόταν να μη γελάσει. Δεν ήταν μόνο αυτό ... Ήταν και το παιδί που διακονούσε στο ναό, που παλαιότερα είχε κατά λάθος ρίξει τη μύτη του Ζέντσι μέσα στη σούπα. Όταν μια μέρα συνάντησε τον νεαρό αυτό στο διάδρομο του ναού, αυτός κοίταξε αρχικά κάτω προσπαθώντας να κρύψει το γέλιο του, σύντομα όμως δεν άντεξε και ξέσπασε σε ένα δυνατό χαχανητό. Έπειτα ήταν και οι δόκιμοι μοναχοί... Αυτοί συμπεριφέρονταν κόσμια όποτε ο Ζέντσι τους κοιτούσε. Όποτε όμως γυρνούσε την πλάτη του, αμέσως χασκογελούσαν. Και αυτό δεν έγινε μόνο μία ή δύο φορές.

Στην αρχή ο Ζέντσι σκέφτηκε ότι οφείλεται στην αλλαγή της μύτης του. Αλλά αυτή η ερμηνεία δεν φαινόταν να τον καλύπτει. -- Χωρίς αμφιβολία, αυτή πρέπει να είναι η αιτία που γελούν μαζί μου. Το γέλιο τους όμως είναι διαφορετικό από το γέλιο τους όταν η μύτη μου ήταν μεγάλη. Μάλλον δεν έχουν συνηθίσει την μύτη μου κοντή και γι' αυτό τους φαίνεται πιο αστεία. Πρέπει όμως να υπάρχει και κάτι άλλο κατά βάθος.

-- Πιο πριν δεν γελούσαν τόσο φανερά.

Μουρμούριζε που και που γέρνοντας το γυμνό κεφάλι του και ύστερα παρατούσε το διάβασμα των γραφών στη μέση. Ο αγαπητός μας Ζέντσι, σε στιγμές σαν κι αυτή, αφαιρούταν και κοίταζε την εικόνα του Βούδα της συμπόνιας. Θυμόταν νοσταλγικά την μακριά μύτη που είχε πριν από 5-6 μέρες και τον έπιανε θλίψη. "Έκπτωτε άνθρωπε, νοσταλγείς τώρα τον καιρό της ευημερίας;" έλεγαν οι μεγάλοι διδάσκαλοι. -- Δυστυχώς όμως ο Ζέντσι δεν είχε τη διορατικότητα που χρειαζόταν για να δώσει απάντηση σε αυτήν την ερώτηση.

Η ανθρώπινη φύση εμπεριέχει δύο αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα. Φυσικά, δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν θα λυπηθεί με τη δυστυχία του άλλου. Όταν όμως το άτομο αυτό καταφέρει να ξεφύγει από τη δυστυχία αυτή, οι άνθρωποι νοιώθουν κατά κάποιον τρόπο ένα κενό. Θα έλεγε κανείς ότι θα ήθελαν να τον δουν να πέφτει ξανά στην ίδια δυστυχία. Έπειτα χωρίς να το καταλαβαίνουν αρχίζουν να αναπτύσσουν εχθρικά αισθήματα προς αυτόν τον άνθρωπο. -- Ο Ζέντσι χωρίς να το έχει καταλάβει και προς μεγάλη δυσαρέσκειά του βίωσε έμμεσα τον ανθρώπινο εγωισμό από τη στάση τόσο των λαϊκών όσο και των κληρικών που τον περιέβαλλαν.

Και έτσι, ο Ζέντσι γινόταν ολοένα και πιο κακόκεφος. Επίπληττε έντονα όποιον φλυαρούσε. Στο τέλος, ακόμη και ο δόκιμος που τον είχε βοηθήσει να κοντύνει τη μύτη του τον κακολόγησε λέγοντας ότι μετά το θάνατό του θα τιμωρηθεί σκληρά για την ασπλαχνία του. Αυτός που εξόργισε περισσότερο τον Ζέντσι όμως ήταν ο απείθαρχος νεαρός που έκανε θελήματα στον ναό. Μια μέρα, ο Ζέντσι άκουσε ένα διαπεραστικό γάβγισμα σκύλου και βγήκε έξω να δει τι γίνεται. Είδε τον νεαρό αυτό να ταρακουνά ένα μακρύ ραβδί, καθώς κυνηγούσε ένα μαλλιαρό, κοκαλιάρικο σκυλί. Κι όχι μόνο το κυνηγούσε, αλλά το χλεύαζε φωνάζοντας "Δεν θες να σου βαρέσω τη μύτη! Ακούς; Δεν θες να στην βαρέσω!». Ο Ζέντσι άρπαξε το ραβδί από το χέρι του νεαρού και τον χτύπησε δυνατά και αποφασιστικά στο κεφάλι. Αυτό ήταν το ραβδί που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για να μην πέσει η μύτη του Ζέντσι μέσα στο φαΐ.

Εκείνη τη στιγμή, μίσησε την κοντή μύτη του.

Τότε, κάποια νύκτα, κάτι συνέβη. Αφού σουρούπωσε, άρχισε ξαφνικά να φυσά. Τα κουδουνάκια που κοσμούσαν τη μαρκίζα της παγόδας έκαναν τόσο θόρυβο που ο Ζέντσι δυσκολευόταν να αποκοιμηθεί. Εκτός αυτού, άρχισε να κάνει πολύ κρύο και ο ηλικιωμένος Ζέντσι και να ήθελε δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Καθώς στριφογύριζε στο στρώμα του, άρχισε ξαφνικά να τον πιάνει ασυνήθιστη φαγούρα στη μύτη. Όταν άγγιξε τη μύτη με τα χέρια του, ένοιωσε ότι είχε φουσκώσει σαν να είχε τραβήξει υγρασία. Φαινόταν μάλιστα ζεστή.

--Μάλλον το έπαθα επειδή την κόντυνα απότομα.

Μουρμούρισε καθώς έσπρωξε τη μύτη του απαλά και με τον ίδιο σεβασμό με τον οποίο πρόσφερε λουλούδια και άρωμα στον Βούδα.

Το επόμενο πρωί, ο Ζέντσι ξύπνησε νωρίς ως συνήθως. Κοίταξε έξω και είδε ότι η βελανιδιά και το γκίνγκο είχαν ρίξει τα φύλλα τους κατά τη διάρκεια της νύχτας, κι είχαν σκεπάσει τον κήπο του ναού με ένα χρυσό χαλί. Η οροφή της παγόδας ήταν χιονισμένη, ενώ η κορυφή της στραφτάλιζε στο χλωμό φως της αυγής. Ο Ζέντσι στάθηκε κοντά στην πόρτα και ανέπνευσε βαθιά. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή θυμήθηκε το αίσθημα που είχε προσπαθήσει να ξεχάσει χθες το βράδυ.

Βιαστικά ακούμπησε τη μύτη του. Αυτό που ακουμπούσε δεν ήταν η χθεσινή μύτη. Ήταν η παλιά μακριά μύτη που είχε. Η μύτη των 18 εκατοστών που κρεμόταν πάνω από το άνω χείλος και έφτανε κάτω από το πηγούνι. Κατάλαβε ότι η μύτη του έγινε όπως παλιά μέσα σε μία νύκτα. Και τότε από το πουθενά ένοιωσε ξανά την ίδια ανακούφιση που ένοιωσε όταν η μύτη του είχε κοντύνει.

--Τώρα, σίγουρα δεν θα γελά κανείς μαζί μου.

Ψιθύρισε στον εαυτό του, καθώς κούνησε ανέμελα τη μύτη του στο φθινοπωρινό αεράκι.

Ιανουάριος, 1916
Επιστροφή

 

Copyright © 2003-2016 CJ Translations. All rights reserved.